· 

Γιατί, η Κυβέρνηση αντικαθιστά τον εκλογικό νόμο με νέο;

Κύριε Πρόεδρε, κύριοι Υπουργοί, αγαπητοί συνάδελφοι, θα επιχειρήσω να δώσω απάντηση σε τέσσερα βασικά ερωτήματα που τέθηκαν στη δημόσια συζήτηση τόσο κατά το προηγούμενο διάστημα, όσο και στο πλαίσιο των συνεδριάσεων που προηγήθηκαν στην αρμόδια κοινοβουλευτική Επιτροπή.


Πρώτο ερώτημα: Γιατί, η Κυβέρνηση αντικαθιστά τον εκλογικό νόμο με νέο; Η Κυβέρνηση πιστή στις προεκλογικές της δεσμεύσεις προτείνει σημαντικές τροποποιήσεις στην εκλογική νομοθεσία, για να προλάβει επιζήμιες για τη χώρα δυσλειτουργίες που αναπόφευκτα θα προκύψουν -όπως συνέβη και στο παρελθόν- από την εφαρμογή αναλογικών εκλογικών συστημάτων.


Μάλιστα στην αιτιολογική έκθεση του σχεδίου νόμου αναφέρεται ως πρόσφατη περίπτωση η εφαρμογή αναλογικού συστήματος στις εκλογές για την ανάδειξη αιρετών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, όπου εάν η παρούσα Κυβέρνηση δεν είχε μπει ρυθμιστικά, οι Δήμοι και οι Περιφέρειες θα είχαν υποπέσει σε καθεστώς ακυβερνησίας.

 


Η απλή αναλογική του ΣΥΡΙΖΑ καθιστά τον σχηματισμό κυβέρνησης πρακτικά αδύνατο και οδηγεί τη χώρα σε παράλυση. Με την απλή αναλογική του ν. 4555/2018 είναι αδύνατη η αυτοδυναμία ακόμα και με ποσοστό 47%. Σκεφτείτε ότι με την απλή αναλογική του ΣΥΡΙΖΑ, η Νέα Δημοκρατία το 2004 με ποσοστό 45,4% δεν θα μπορούσε να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση, γιατί θα αποσπούσε συνολικά 143 έδρες. Με λίγα λόγια, δηλαδή, η απλή αναλογική δεν επιτρέπει σε ένα κόμμα που το ψήφισαν ένας στους δύο ψηφοφόρους, να κυβερνήσει.


Εμείς δεν θα αφήσουμε τη χώρα στο έλεος της ακυβερνησίας και των επαναλαμβανόμενων εκλογικών αναμετρήσεων, που μειώνουν το κύρος της διεθνώς και προκαλούν αποσταθεροποίηση στην εθνική οικονομία και στη γεωπολιτική της θέση. Αντιπροσωπευτικό είναι ένα εκλογικό σύστημα που εξασφαλίζει πριν από όλα τη δυνατότητα μιας χώρας να κυβερνηθεί, που σέβεται την εντολή των ψηφοφόρων. Γιατί, οι πολίτες πρέπει να είναι εκείνοι που αποφασίζουν τι είδους κυβέρνηση θέλουν και όχι το εκλογικό σύστημα.
 Όπως ορθά αναφέρει η αιτιολογική έκθεση του σχεδίου νόμου, -που ήταν πολύ καλά δουλεμένη- ένα σύστημα απλής αναλογικής αναγκαστικά διαστρεβλώνει τη γνώμη του εκλογέα, καθώς τείνει να μεταθέσει το ζήτημα των κρίσιμων συναινέσεων και συμβιβασμών για μετά τις εκλογές και όχι πριν.


 Ποια είναι η αλήθεια για το μπόνους; Αναμφισβήτητα ο εκλογικός νόμος, που καταθέτει η Κυβέρνηση, είναι αναλογικότερος από το νόμο που ίσχυε έως τις εκλογές του Ιουλίου του 2019.


Η βασική αρχή του εκλογικού συστήματος, όπως το εισηγείται η Κυβέρνηση, αφορά σε αναλογική κατανομή των εδρών εφόσον το πρώτο κόμμα συγκεντρώσει ένα ποσοστό επί των εγκύρων ψηφοδελτίων μικρότερο του 25%. Καθαρή, λοιπόν, απλή αναλογική μέχρι το 25% και καμία πριμοδότηση για το κόμμα που συγκεντρώνει λιγότερο από 25%. Ταυτόχρονα μάξιμουμ μπόνους πενήντα εδρών. Να, λοιπόν, μία καινοτομία του νέου σχεδίου νόμου.
Δεύτερο ερώτημα: Γιατί αλλάζει η Κυβέρνηση τον εκλογικό νόμο τώρα; Το σχέδιο νόμου έρχεται προς ψήφιση στη Βουλή τρεισήμισι χρόνια, περίπου, πριν το τέλος της θητείας της Βουλής. Δηλαδή σε χρόνο μακριά από τις επόμενες εκλογές, όπως τονίστηκε από αρκετούς συναδέλφους νωρίτερα. Με άλλα λόγια η Κυβέρνηση φέρνει τον εκλογικό νόμο στη Βουλή σε έναν εκλογικά ουδέτερο χρόνο ακριβώς για να αποσυνδεθεί από οποιαδήποτε υπόνοια εκλογικής σκοπιμότητας.


Και μάλιστα, εδώ που τα λέμε, φέρνει έναν νόμο που με βάση τις τρέχουσες δημοσκοπήσεις μάλλον αδικεί το κυβερνών Κόμμα. Αυτό επιβεβαιώνει ότι μέλημά μας είναι να ολοκληρώσουμε το συντομότερο δυνατό τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις που θα εξασφαλίσουν στη χώρα την πολιτική σταθερότητα που χρειάζεται και θα μας επιτρέψουν να εντατικοποιήσουμε το έργο μας προς όφελος των πολιτών.

 

Σε αντίθεση με τον ΣΥΡΙΖΑ, που κάνοντας νόμο την απλή αναλογική, είχε ως μοναδικό του στόχο να εμποδίσει τη Νέα Δημοκρατία, ως πρώτο κόμμα, να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση.


Τρίτο ερώτημα: Έχουν βάση οι αιτιάσεις της Αντιπολίτευσης περί αντισυνταγματικότητας του μπόνους; Το μπόνους αγαπητοί συνάδελφοι, έχει κριθεί και με αποφάσεις του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου πλήρως συνταγματικό και έχουν εκπέσει όποιες προσφυγές είχαν γίνει στις τελευταίες εκλογές. Κατά ρητή μάλιστα επιταγή του άρθρου 51 παράγραφος 2 του Συντάγματος, οι Βουλευτές αντιπροσωπεύουν το έθνος και όχι τα κόμματα από τα οποία προέρχονται.


Τέταρτο: Έχουν βάση οι αιτιάσεις της Αντιπολίτευσης περί της μη σύστασης διακομματικής επιτροπής για την επίτευξη συναίνεσης; Μας κατηγορεί η Αντιπολίτευση ότι δεν προηγήθηκε διάλογος. Τα θέματα του εκλογικού νόμου έχουν αποτελέσει αντικείμενο ευρέος διαλόγου μεταξύ των κομμάτων επί μακρόν εδώ και πολλά χρόνια. Συνεπώς είναι γνωστές οι θέσεις όλων και διατυπώθηκαν με κάθε πρόσφορο μέσο και τρόπο.


Μάλιστα άκουσα τον Υφυπουργό Εσωτερικών κ. Λιβάνιο να θέτει στην Επιτροπή ένα εύλογο ερώτημα και να μην παίρνει απάντηση. Ρώτησε, λοιπόν, εάν υπάρχει εκλογικός νόμος που η Αξιωματική Αντιπολίτευση δέχεται να συζητήσει πλην της απλής αναλογικής. Υπάρχει δηλαδή μία βάση πάνω στην οποία μπορούμε να συζητήσουμε; Εφόσον η απάντηση είναι αρνητική, προς τι οι αιτιάσεις περί μη διαλόγου;


Καταληκτικά, αγαπητοί συνάδελφοι, με το παρόν σχέδιο νόμου επιτυγχάνεται η εξεύρεση μιας κοινής συνισταμένης ανάμεσα στην αναλογικότητα εκπροσώπησης που εδόθη με τη λαϊκή εντολή, την εκλογική δύναμη και την κυβερνητική σταθερότητα. Στόχος είναι η κυβερνησιμότητα με δίκαιη αντιπροσωπευτικότητα. Αυτό υπηρετείται από το παρόν σχέδιο νόμου το οποίο και υπερψηφίζω.


Σας ευχαριστώ